Showing posts with label λίγο ακόμα. Show all posts
Showing posts with label λίγο ακόμα. Show all posts

Sunday, 18 March 2012

Και άμα μου το πεις θα είναι ήδη αργά.


Ξέρω γω; Να μου πεις "σόρρυ ρε συ, δεν ήθελα να στενοχωρηθείς και να μαλώσουμε, θα σε βγάλω για μπύρα σε παγκάκι".
Μου είπε η Μ. αν του το πω αυτό θα παραδοθώ εντελώς, και είπα πως δεν καταλαβαίνω. Τι σημαίνει αλήθεια αυτό; Νομίζω κατάλαβα, αλλά και πάλι, έχω παραδοθεί-δοθεί ολοκληρωτικά θα έλεγα εγώ-εδώ και καιρό. Από την πρώτη στιγμή που σε ξαναείδα ίσως. Ήταν λίγο σαν μια σιωπηλή υπόσχεση ότι δεν είμαι μόνη μου και πως με χρειάζεσαι και συ, και όχι μόνο εγώ εσένα. Και να σου πω κάτι; Είσαι ο μόνος άνθρωπος που του χω δώσει το δικαίωμα να με επηρεάζει τόσο πολύ, και έγινε χωρίς σκέψη αλλά κατ' επιλογήν.
Σε ξέρω καθόλου άραγε; Θέλω να πιστεύω πως σε ξέρω, πως ξέρω όλα όσα δεν ξέρουν οι άλλοι, πως ξέρω ότι είσαι και συ άνθρωπος και έχεις συναισθήματα ενώ κανένας δε θα μπορούσε να το φανταστεί. Κι όμως, παίζει να μη σε ξέρω ούτε στο ελάχιστο. Δεν μου χεις πει τίποτα ουσιαστικό και σημαντικό κοιτάζοντάς με, ώστε να βλέπω πως το εννοείς και το αισθάνεσαι και δε με δουλεύεις. Γιατί πολύ απλά όταν είσαι μαζί μου από τη μία ξαφνικά "δε μιλάς πολύ όταν είσαι έξω¨ και από την άλλη θυμάσαι όλους τους άλλους σου φίλους σου στα τηλέφωνα. Παράπονο το 'χω.
Εσύ με ξέρεις; Υπό φυσιολογικές συνθήκες(αφήνω περιθώριο να ορίσεις μόνος σου την "φυσιολογικότητα" του πράγματος) θα 'πρεπε να με ξέρεις πιο καλά από οποιονδήποτε άλλο, δε σου χω κρύψει ποτέ τίποτα, μία σου λέξη φτάνει για να με κάνει από σκατά χαρούμενη, και άλλη μια και είμαι πάλι πίσω. Και είναι τραγικό αυτό, να το ξέρεις, και δε το κάνει κανένας άλλος αυτό. Σου λέω πες μου εντάξει κοριτσάκι, και γω θα κάνω μια να! και θα τα ξεχάσω όλα στ' ορκίζομαι. Και δε το θεωρώ αδυναμία μου το όλο θέμα, απλά κάτι που υπάρχει, και ισχύει, και σκοπεύει να μείνει, παρά τους όρκους και τις υποσχέσεις να μη σου μιλάω και να μη γράφω για 'σένα. Μα στο κάτω κάτω γράφω σε 'σένα, μόνο που δε στα στέλνω εγώ η ίδια ζητώντας σου να τα δεις και να με προσέξεις. Έχει κι ένα ρίσκο τουλάχιστον, ανά πάσα στιγμή μπορείς να τα δεις. Όμως, ποιον δουλεύω; Κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει, γιατί και να μπεις θα βαριέσαι να το διαβάσεις. Καλά να πάθεις λοιπόν.
Δεν είμαι ερωτευμένη μαζί σου. Ούτε καν μου αρέσεις. Για να είμαι ειλικρινής, δε μπορώ πλέον να ξεχωρίσω αν μου άρεσες ποτέ εσύ ή η ιδέα σου. Όχι η ιδέα του ανέφικτου, απλά η ιδέα του Φ., και όπου Φ. ότι έχω συνδέσει με σένα. Να φανταστείς, προσπαθώ να φέρω στο κεφάλι μου την είκονα σου από την τελευταία φορά που σε είδα. Δε σε θυμάμαι. Σε θυμάμαι πολύ λιγο από τα γενέθλιά μου, τι ωραία βραδιά εκείνη(ναι, έγινε αυτόματα καλύτερη όταν ήρθες εσύ εκεί). Το μόνο που έχει ο εγκέφαλός μου καταχωρημένο στο Φ. αυτή τη στιγμή, είναι καναδυό παλιές φωτογραφίες σου από το φουμπου. Τόσο καιρό έχω να σε δω και τόσο ελάχιστα μ'αρέσεις. Είσαι ο φίλος μου, σε παρακαλώ μείνε ο φίλος μου, ακόμη και αν ποτέ δε σε είχα πραγματικά. Σε παρακαλώ.
Είμαι ρομαντικό τυπάκι απ'ότι φαίνεται γενικά. Ξες τώρα, μπυρίτσες, παγκάκι, τέτοια φάση, βολεύομαι. Μα γιατί να χρειάζεται κανείς οτιδήποτε άλλο, ειδικά όταν έχει μπροστά του ότι έχει θελήσει πιο πολύ στη ζωή του; Αλλά ακόμη κι αν με ρώτησες τι ήθελα να μου πεις, δε θα μου το πεις γιατί ήταν ρητορική ερώτηση. Και άμα μου το πεις θα είναι ήδη αργά.

Saturday, 3 March 2012

Ο άνεμος κουβάρι.


Τήνος, καλοκαίρι 2008 ή 2009. Έχοντας εξαντλήσει κάθε άλλο ενδιαφέρον για εκείνη τη μέρα παίρνουμε στην τύχη ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη του σαλονιού. Κοιτάω τίτλο, «Ο άνεμος κουβάρι», κοιτάω συγγραφέα, Διονύσης Χαριτόπουλος. Δεν μου λένε τίποτα, δεν έχω ιδέα ποιος είναι αυτός που το ‘γραψε.
Μια (κατά βάση) δημοσιογράφος και ένας συγγραφέας. Πρώτες σελίδες, και το βιβλίο είναι συγκλονιστικό.
Λίγο αργότερα φύγαμε, ξεχάσαμε το βιβλίο και τον τίτλο του, οπότε δεν είχα κανένα μα κανένα τρόπο να το αναζητήσω. Χρόνια αργότερα, στη δανειστική βιβλιοθήκη του σχολείου, πιάνω καταλάθως(ή κατά λάθος;) αυτό το βιβλίο αντί για το διπλανό του. Φρικάρω. Τρέχω και το δανείζομαι. Σπίτι, οι σελίδες φεύγουν η μία πίσω απ’την άλλη. Δεν είναι το θέμα η ανατροπή και η αγωνία. Απλά είναι τόσο ανέλπιστα όμορφο. Είναι γραμμένο με τόση πολλή αγάπη θεέ μου. Και η Λορίν τον αγαπάει τόσο πολύ και βασανιστικά τον άνδρα. Είναι τρομακτικό το πόσο την καταλάβαινα. Τα ‘λεγε όλα τόσο όμορφα στα γράμματα της, όπως θα τα ‘λεγα –ή και τα ‘χω πει- και γω. Να διαβάζεις κάθε πρόταση της και να λες, δε γίνεται, είναι δικό μου αυτό. Και τελειώνει το βιβλίο που λες, και έχω βουρκώσει δυο-τρεις φορές σύνολο, και νιώθω σαν να τους ξέρω. Και τη Λορίν και τον άνδρα. Τον άνδρα, που δεν υπάρχει ούτε μισή φορά το όνομα του στις σελίδες τούτου του βιβλίου. Εκείνη του χε πει πρώτη να το γράψει εξάλλου, και όταν τον ρώτησε «Λες πως μ’αγαπάς;» εκείνος απάντησε πως θα καταλαβαίνει όποιος το διαβάσει. Και φαίνεται πως την αγαπά. Και ήταν τελικά αυτός η τελευταία εικόνα της, και εκείνη έφυγε ευτυχισμένη.
Η μάνα μου είπε ήξερε τον συγγραφέα(ονομαστικά ντε) και πήγα και τη ρώτησα για τη ζωή του. Μου είπε πως ήταν παντρεμένος με τη Μαλβίνα Κάραλη, την οποία επίσης δεν ήξερα(τα άσχημα του να είσαι γεννημένος μέσα του ’90), και ό,τι ακολούθησε στην αφήγηση της, το ‘ξερα από πριν. Η ιστορία του βιβλίου ήταν όντως αληθινή. Και ο άνδρας και η Λορίν είναι(ήταν) πρόσωπα υπαρκτά, και αυτό που έχεις διαβάσει είναι τόσο δυνατό που σου φαίνεται τόσο εξωπραγματικό που σε συγκλονίζει. Και ψυχοπλακώθηκα, και έχω δυο βδομάδες τώρα με αυτή την ψύχωση για το βιβλίο.
Κάπου έλεγε χαρακτηριστικά πως ό,τι αξίζει στον άνθρωπο είναι να ζήσει έστω και μια φορά στη ζωή του μια ιστορία της προκοπής- ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Και δώστου να στενοχωριέμαι και να απελπίζομαι.

Wednesday, 22 February 2012

Όταν το τέλος είναι κοντά...


Πρέπει κάποια στιγμή να καθήσω και να τα γράψω λίγο μαζεμένα και να τα πω μια κι έξω και να τελειώνουμε. Και ίσως έτσι να κλείσει αυτό το θέμα και να το ξεχάσω και γω και συ μαζί, και όλοι όσοι μας γνώρισαν, και να μην ξαναμιλήσει γι’ αυτό κανένας άλλος πια. Γιατί εμάς τέτοιο πράγμα δεν αξίζει να μας συμβεί, και δεν είναι το τέλος που περίμενα.

Σε γνώρισα όταν ήμουν δεκατεσσάρων –ψέματα, ούτε δεκατεσσάρων καλά καλά δεν ήμουν. Εγώ, που λες, εκείνο τον καιρό ούτε σεξουαλικές ανησυχίες είχα, ούτε είχα ερωτευτεί και ποτέ μου κανονικά κανονικά. Χέστηκα, κοινώς, για όλα αυτά, ζευγαράκια από τότε και μαλακίες, αυτός γουστάρει την τάδε, αυτή όμως γουστάρει τον δείνα. Στο δικό μου το κεφάλι είμασταν όλοι ακόμα παιδιά, ακούγαμε τη μουσική που όλοι ακουγαν, παίζαμε ποδόσφαιρο και πλακωνόμασταν και κάναμε βλακείες. Και ευτυχώς κάπως έτσι το ‘βλεπες και συ. Τι ευτυχώς, τρομάρα μου, ποτέ δεν έβαλες μυαλό εσύ γλυκό μου. Οι ατυχείς συγκυρίες μας οδήγησαν ταυτόχρονα και τους δύο να γνωριστούμε σ’ αυτήν την Κωλοαγγλία(με το κ κεφαλαίο και όχι το α). Και μου τη σβούρηξε εμένα και ερωτεύτηκα, όχι εσένα, εσένα δε σ’ έβλεπα, τον άλλο, τον Άγγλο, τον ωραίο. Και να, πως να το κάνουμε, από την μία Άγγλος, από την άλλη μεγάλος(όχι πολύ,μη φανταστείς), και στην τελική και καθηγητής. Σιγά, λεπτομέρειες. Πάντα με κορόιδευες γι’αυτό, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Ήταν ο πρώτος μεγάλος και κανονικός μου έρωτας και ήταν ιδιαίτερα ξεχωριστός και ίσως περισσότερο εντυπωσιακός από τον έρωτα μου για σένα αν θες να ξέρεις.

Εσύ που λες, όσο είμασταν εκεί, με έκανες παρέα και έκανες τα πάντα για να με ξεφτυλίσεις στα μάτια του Μεγάλου Έρωτα. Και χαζογελούσες και με πείραζες και ήσουν ο μόνος άνθρωπος που κατάφερε να με γαργαλήσει ποτέ. Και όταν μια μέρα ξύπνησα και κατάλαβα πως μάλλον σε είχα ερωτευτεί, όλες οι φίλες που είχαν ακούσει την ιστορία της Αγγλίας(με εμένα να λέω όλη την ιστορία μεν, να επικεντρώνομαι στον καθηγητή δε) αποφάσισαν πως αν το εξετάσουμε πιο προσεκτικά, μάλλον σου άρεσα και γω. Και μπορεί να μη σε είχα δει για πολλούς μήνες, αλλά σου μιλούσα και μου μιλούσες, και ήσουν πάντα απαίσιος και κακός μαζί μου, αλλά εμένα μου άρεσες και μου άρεσες ακριβώς έτσι όπως ήσουν. Δε σκέφτηκα ποτέ να σε αλλάξω, αν και πάω στοίχημα πως γι’αυτό με φοβόσουν. Και όταν στο είπα πως μου άρεσες για να είμαι εντάξει απέναντι σου, μου ‘δωσες μια τόσο απαίσια απάντηση. Πως και καλά είμαι μία από τις πολλές που σε γουστάρουν, και πως το ‘ξερες, λέει, πως μου άρεσες και δε σ’ένοιαζε. Βλακείες. Δεν ήξερες τίποτα, γιατί δεν ίσχυε τίποτα πριν στο πω. Τι ήθελες και μου πες τέτοια κούβεντα; Και όποιος με ήξερε και ήξερε για σένα έπρεπε να με σταματήσει από τότε. Δε βαρέθηκες ποτέ να είσαι τόσο μαλάκας, ε;

Φοβήθηκες μετά απ’ αυτό και ξέκοψες, ένας θεός ξέρει τι φοβήθηκες ακριβώς. Το ότι σε ήθελα και θα συνέχιζα να σε θέλω ό,τι και αν μου ‘λεγες ίσως. Ακριβως επειδή ποτέ δε θα ‘λεγες το σωστό πράγμα... Γύρισες βρε αθεόφοβο και μου πες με μεγαλοπρεπές ύφος πως «Θα μπορούσαμε να χαρακτήριστουμε φίλοι αφού γνωριζόμαστε εδώ και λίγο καιρό, αλλά...» και ποτέ μα ποτέ δεν τέλειωσες την προτασή σου. Αργότερα είπες πως σε πέτυχα στη φάση που συνειδητοποιούσες τι ήθελες και πως δεν ήσουν και πολύ στα καλά σου. Δε διαφωνώ. Προσπάθησες να με τρομάξεις, αλλά δε με τρόμαξες και το ξέρεις. Ποτέ δε θα καταφέρεις να με τρομάξεις αρκετά και να με κάνεις να φύγω επειδή το επέλεξες εσύ να φύγω. Και αν πάει τώρα να γίνει κάτι τέτοιο, θα γίνει γιατί εγώ το διάλεξα.

Έπειτα ξαναβρεθήκαμε κάποια στιγμή, και είπαμε να ξαναπροσπαθήσουμε να είμαστε φίλοι. Ακόμα μου άρεσες, ή για την ακρίβεια ξανάρχισες να μου αρέσεις. Είχε γίνει τόσο πολύ αυτό που ένιωθα για σένα μετά, ύστερα από τόσο κόπο να απομακρυνθώ από σένα. Μου είπες το Μεγάλο Μυστικό και με φόρτωσες με ένα ακόμη βάρος. Γιατί σε μένα; (Και πάλι αργότερα είπες πως το ‘κανες για να φύγω,να σε ξεπεράσω και να φύγω. Αλλά δεν έφυγα.) Σου είπα πράγματα που δε τα ‘χα πει σε κανέναν άλλο, δε θα μπορούσα δηλαδή ποτέ, νομίζεις αγάπησα κανέναν άλλον εγώ τόσο πολύ στη ζωή μου; Ό,τι και να μου ‘λεγες, εγώ σου ‘λεγα πως σ’αγαπούσα. Για τον Τ. που ήταν ωραίος μου ‘λεγες και πως δεν αντέχεις άλλο μακριά του και γω αντίστοιχα απαντούσα πως δεν αντέχω άλλο μακριά σου. Μου ‘λεγες για αποστάσεις και βλακείες, όταν εμείς, στην ίδια πόλη, τρία χρόνια δεν είχαμε καταφέρει να βρεθούμε ούτε μισή φορά. Και μετά ήρθε και ο Β. και ο Μ. και γω δεν ξέρω ποιος άλλος, και για όλους είπες πως σε πλήγωσαν αλλά εσύ εκεί. Και την ίδια στιγμή υπήρχε μια ψυχή που σε ήθελε σαν τρελή και που σ’αγαπούσε πιο πολύ κι απ’τον εαυτό της ακόμα, και συ δεν άκουγες καν.

Ξέρεις πόσο μικρή και μίζερη ήταν η ζωή μου τότε; Όλη κι όλη περιοριζόταν στην ελπίδα πως θα σε ξαναδώ από κοντά και στην αναμονή μέχρι εκείνη τη μοιραία στιγμή που θα σ’έβλεπα και δε θα μπορούσα να σε αγγίξω καν, γιατί δε θα ένιωθες τίποτα. Και γω απλά θα συνέχιζα να πονάω μέσα μου και συ δε θα ερχόσουν ποτέ να μου τραγουδήσεις μεταξύ σοβαρού και αστείου το You always hurt the ones you love. Δεν πειράζει, έλεγα, και μου το τραγουδούσα μόνη μου, ότι και καλά μου το ‘λεγες εσύ και δε το ‘ξερες. Έκανα κάτι τέτοια, τόσο πολύ σε ήθελα. Και δεύτερο πολυτραγουδημένο άσμα μου έγινε αυτό που έλεγε «And I know a man, and I think he’s beautiful, and I love him, although he doesn’t know, oh I wish that he was mine.» και γενικά έζησα το δράμα της ζωής μου με σένα μικρό μου τέρας. Και υποσχέθηκα και σε σένα και σε μένα μαζί πως δε θα σ’αφήσω ποτέ, πως θα είμαι πραγματική σου φίλη, πως θα αντέξω ό,τι και αν κάνεις, ό,τι και αν μου κάνεις. Η αγάπη σε κάνει να αντέχεις σωστά; Και όλοι να έχουν κολλήσει και να μου λένε πως αγαπάω τον λάθος άνθρωπο.

Δεν ζήλεψα ποτέ τα αγόρια σου, κανέναν από αυτούς. Ούτε το ότι σε φιλούσαν, ούτε το ότι σου μιλούσαν και τους άκουγες στα αλήθεια, ούτε το ότι μπορούσαν να σου πουν κάτι και να σε στενοχωρήσουν, να σε κάνουν να νοιαστείς λίγο. Τίποτα. Αν όμως τόλμαγες και έπιανες το χέρι ενός απο αυτούς, εκεί, μπροστά μου, θα λιποθύμαγα στ’ ορκίζομαι. Δε με πείραζε να κάνεις οτιδήποτε δεν περιείχε συναισθηματισμό από μέρους σου, όμως το χέρι σημαίνει πως νοιάζεσαι πραγματικά και είσαι ερωτευμένος και τέτοια, και όσο και αν το ‘θελα αυτό για σένα ως φίλη σου, δε θ’άντεχα να το δω. Σ’αγαπούσα τόσο γαμώτο μου. Τόσο πραγματικά πολύ. Πόσες φορές είναι τώρα που έχω προσπαθήσει να μη σε παίρνω τηλέφωνο για να σε ξεχάσω; Έχω κάνει το The last goodbye δεύτερη φύση μου προσπαθώντας να το πιστέψω, το ξέρεις; Που να το ξέρεις καλό μου, εσύ δεν ξέρεις τίποτα, και ό,τι ξέρεις δε το ‘πες ποτέ σε κανέναν.

Μου κάνεις κακό, συνέχισαν να επιμένουν φίλοι και γνωστοί, χωρίς να έχουν δει τίποτα στην ουσία. Που και να ‘ξεραν. Και ήρθες, που λες, τη μέρα που είχαμε βγει για να περάσουμε καλά, και τα κατέστρεψες όλα. Αύτο σου πήρε όλο κ όλο. Ένα μήνυμα με πέντε λέξεις. Είπαμε φίλη σου, είπαμε αντέχω, αλλά μη δοκιμάζεις να δεις αν πέφτει αυτό το πράγμα που είχαμε και το λέγαμε φιλία και κρατιόταν από μια κλωστή, σε παρακαλώ. Είναι κάποια όρια, που νόμιζα θα πρόσεχες να μην ξεπερνάς, αλλά για δες που έγινε κ αυτό. Ακόμα σε αγαπούσα ρε βλάκα, τι νόμιζες. Δεν περνάνε αυτά απ’ότι φαίνεται, ούτε από τη μία στιγμή στην άλλη, ούτε μετά από χρόνια προφανώς. Τουλάχιστον τώρα που δε μιλάμε και δε θα μιλήσουμε ποτέ,που θα σ’αγαπάω μόνη μου και δε θα στο λέω, τι διάολο, θα μου περάσει. Δε γίνεται να σ’αγαπάω επ’άπειρον, θα είναι ότι πιο άδοξο και τραγικά ειρωνικό έχει γίνει ποτέ. Και κάποια στιγμή σου εύχομαι να αγαπήσεις αληθινά και να με καταλάβεις, γιατί δεν είναι απλό το να αγαπάς, και πονάει, όμως νοιώθεις πολλά και ότι υπήρχε πριν σου φαίνεται μικρό και ασήμαντο.

Σ’αγαπάω.

Sunday, 19 February 2012

Κάπου, κάποτε.


-Πάρε την τσάντα σου και πάμε έξω, είπε η Δ.
Πήρε η Μ. την τσάντα και το παλτό και πήγαν. Τα χέρια της Δ. έτρεμαν πάλι -πόσες φορές είπαμε το ‘παθε αυτή τη βδομάδα; Πάνω απο δύο σίγουρα, μετρώντας τις φορές που στενοχωρήθηκε. Καινούριο πράγμα αυτό, παλιά δε το πάθαινε.

Τις βρήκαν λίγο αργότερα λίγο έξω από το μαγαζί να καπνίζουν. Σοκαρίστηκαν! Άκουσε υπομονετικά όλα αυτά τα «Μα καλά, καπνίζεις;» και έπειτα όλα τα ωραία «Το τσιγάρο κάνει κακό», «Σου καταστρέφει τα πνευμόνια», «Σε σκοτώνει, και δε θέλω να πας από τσιγάρο» που είχε ήδη σκεφτεί από μόνη της, και που τα είχε ήδη πει κάτι χιλιάδες φορές σε όποιον τολμούσε έστω και να ακουμπήσει τσιγάρο, όντας φανατική αντικαπνίστρια. Δεν ήταν πως κάπνιζε σε μόνιμη βάση πλέον, και για να λέμε την αλήθεια, δεν καταλάβαινε τίποτα με το τσιγάρο. Ούτε την ενοχλούσε, ούτε της άρεσε. Το σκέφτηκε να κολλήσει για λίγο καιρό, έτσι για να νιώσει ανάγκη για κάτι -πόσο αυτοκαταστροφή πια;- αλλά τίποτα. Ήξερε να κατεβάζει καπνό, ήξερε ποια τσιγάρα της άρεσαν, μόνο να στρίβει δεν ήξερε. Αλλά και πάλι, ζήτημα να χε καπνίσει έξι-εφτά τσιγάρα στη ζωή της. Δεν ήταν πως το ‘κανε γιατί ήταν στενοχωρημένη, ούτε καν, απλά της ήρθε και το ‘κανε.

-Ναι αλλά και ο Τ. καπνίζει, θυμάστε;
-Ναι, αλλά αυτός πίνει και πέντε Red Bull την ημέρα, αυτός από άλλο θα πάει.

Ε λοιπόν και η Δ. από άλλο θα πάει. Το ‘πε και εκείνη την ώρα και το εννοούσε. Τα λέει γλυκανάλατα μεν, αλλά τα εννοεί. Και αλήθεια τώρα, όταν κοντεύεις να μην έχεις πια καρδιά, ποιος χέστηκε για τα πνευμόνια; Γιατί όσο πονάς και δέχεσαι να πονάς, την καταστρέφεις την καρδιά σου μεν, αλλά πονάς, αισθάνεσαι, ξέρεις πως είναι ακόμα εκεί, έχεις ακόμα δρόμο μπροστά σου. Και στο τέλος, όταν σου ρουφήξουν ό,τι καλό έχεις μέσα σου, όταν γίνεις πικρός και άδειος, όταν οι υπόλοιποι σε βλέπουν και νομίζουν πως τα έβγαλες πέρα και πως είσαι πιο δυνατός, εσύ έχεις μείνει απλά πικρός και αναίσθητος. Και θέλει πολύ περισσότερη προσπάθεια μετά να ξαναγίνεις αυτός που ήσουν, παρά να φτάσεις εκεί που έφτασες.

Και, παρενθετικά, να σας θυμήσω πως όσο ομόρφη και αν λέτε πως είναι η Δ., και ο μισός ανδρικός πληθυσμός να την ήθελε -που δε τη θέλει, αλλά λέμε τώρα- αν εκείνη ήθελε έναν από τον άλλο μισό ανδρικό πληθυσμό δε θα της έκανε καμία απολύτως διαφορά. Θα θυσίαζε και τον ίδιο της τον εαυτό για να έχει αυτόν τον ένα, έστω και για τόσο δα λίγο, κι ας έπεφταν οι άλλοι στα πατώματα για χάρη της. Σίγουρα μισεί τον εαυτό της γι’αυτό, αλλά ίσως τώρα που σταμάτησε να ερωτεύεται και υποσχέθηκε να τον ξεχάσει, να μην χρειαστεί να πεθάνει κανένα κομμάτι του εαυτού της για κανέναν άλλο πια. Της έχει μείνει και τίποτα, όμως;

Sunday, 4 December 2011

Alice vs tiny drunk story.

She was there with her friends, they were sitting at their favourite table at their favourite corner of their favourite pub. She was there for her friends, as much as they all were there for her. She had already drunk a couple of beers but she was not feeling dizzy, just a little more enthusiastic with things and a little bit confused on what she was supposed to do.
She reached for his hand. He was cold; her hand was warm against his. She felt the urge to hug him so bad, hold him tight and never let go. But that was not the right thing to do; they had set their rules and that would be highly inappropriate. Not from his side of course, he was gay, he was only seeing her as his friend, it made no difference to him. But she,oh she didn't know if she could keep herself together,hold back from kissing him and looking at him in a way no one had ever looked at him before, she just didn't know and she was not sure she wanted to find out.
She drank her beer at a gulp. Man, she really needed a cigarette at the moment. She didn't smoke, neither did he, but it matter. It was just one of those moments that what you don't need at all is what you need the most.
She grabbed her empty glass, stood up, and still holding his hand she led him to that other table,to the very first spot she saw him after two years of not seeing each other. Someone yelled 'What happened? Where are you going you two?' in the background. They got no answer. Now it was just them. She lit up her cigarette and breathed in the heavy flavoured  smoke. She put one hand on his neck, leaned in and gave him a long, tender kiss with a slight taste of beer and smoke.